δικαιοδοσία


δικαιοδοσία
[дикэодосиа] ουσ. в. компетенция.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "δικαιοδοσία" в других словарях:

  • δικαιοδοσία — δικαιοδοσίᾱ , δικαιοδοσία jurisdiction fem nom/voc/acc dual δικαιοδοσίᾱ , δικαιοδοσία jurisdiction fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δικαιοδοσίᾳ — δικαιοδοσίᾱͅ , δικαιοδοσία jurisdiction fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δικαιοδοσία — Η εξουσία του δικαστηρίου για την επίλυση συγκεκριμένης διαφοράς.Εκούσια δ. ονομάζεται η διαδικασία κατά την οποία η δικαστική δ. κρίνει υποθέσεις χωρίς αντιδικία. * * * η (AM δικαιοδοσία) [δικαιοδότης] νεοελλ. 1. εξουσιοδότηση, πληρεξουσιότητα 2 …   Dictionary of Greek

  • δικαιοδοσία — η 1. η εξουσία που παραχωρείται σε κάποιον, κυρίως από το νόμο, να κρίνει ή να ενεργεί μέσα σε καθορισμένα πλαίσια: Αυτό ανήκει στη δικαιοδοσία της τοπικής αυτοδιοίκησης. 2. το σύνολο των καθηκόντων και των δικαιωμάτων ενός υπαλλήλου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ακυρωτική δικαιοδοσία — Η εξουσία των δικαστηρίων να ακυρώνουν αποφάσεις άλλων δικαστηρίων ή πράξεις των διοικητικών αρχών, που είναι αντίθετες στο σύνταγμα και τους νόμους. Η εξουσία αυτή ανήκει στα ακυρωτικά δικαστήρια και συγκεκριμένα στον Άρειο Πάγο και το Συμβούλιο …   Dictionary of Greek

  • δικαιοδοσίας — δικαιοδοσίᾱς , δικαιοδοσία jurisdiction fem acc pl δικαιοδοσίᾱς , δικαιοδοσία jurisdiction fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δικαιοδοσίαν — δικαιοδοσίᾱν , δικαιοδοσία jurisdiction fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δικαιοδοσίαις — δικαιοδοσία jurisdiction fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αμερικής, Ιερά Αρχιεπισκοπή — Ιδρύθηκε το 1922 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο με την ονομασία Αρχιεπισκοπή Βορείου και Νοτίου Αμερικής. Η σύσταση και η διοίκησή της καθορίζονται με ιδιαίτερο σύνταγμα, που εκδόθηκε από τη σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης… …   Dictionary of Greek

  • παπισμός — Θεσμός της Καθολικής Εκκλησίας, που εκφράζει και βασίζεται στη διδασκαλία της Εκκλησίας αυτής, κατά την οποία ο επίσκοπος Ρώμης, ως διάδοχος του κορυφαίου των Αποστόλων, του Πέτρου, έχει το πρωτείο τιμής ανάμεσα στη χριστιανική ιεραρχία, και… …   Dictionary of Greek